Έλλειψη ορατότητας της Ιστορίας μας δυστυχώς διαφαίνεται όταν αρχαιολογικά ευρήματα από τα τείχη των αρχαίων Φαρών καλύπτονται. Χάνεται η δυνατότητα για απευθείας επαφή με την ιστορική συνέχεια, για μάθηση και έμπνευση. Το να τα βλέπεις, να τα αγγίζεις (ή να τα παρατηρείς) εντός του χώρου όπου διαδραματίστηκαν, έχει ανεκτίμητη αξία.
Ο Συμβιβασμός με το “εφικτό” αντί για το ιδεώδες. Το επιχείρημα ότι ο δρόμος πρέπει να ανοίξει, η κυκλοφορία να αποκατασταθεί, η εκκλησία να διευκολύνει του πιστούς στο προσκύνημα τους, όλα αυτά είναι πρακτικά ζητήματα. Αλλά όταν αυτά θέτουν ως προτεραιότητα το θάψιμο η κοινώς μπάζωμα αρχαιοτήτων, τότε μιλάμε για πολιτική επιλογή που προτάσσει την καθημερινή λειτουργία έναντι της πολιτιστικής αξίας.
Διαφαίνεται ο κίνδυνος να γίνει κανόνας και αδυναμία ή εξασφάλιση ανάδειξης αρχαιολογικών χώρων εντός του οικιστικού ιστού της Καλαμάτας. Μια και ως τόπος δεν είχαμε ποτέ κάτι αντίστοιχο.
Μια μελέτη που εγκρίνεται “με τροποποιήσεις για να μην είναι φλύαρη” παραπέμπει σε υποχώρηση. Αν η “λιτή” λύση σημαίνει ότι αρκετά στοιχεία θα θάβονται για πάντα, ή θα καταστραφούν από την υγρασία, το νερό, την πίεση του υπεδάφους, τότε η “προστασία” που επικαλείται δεν είναι πραγματική.
Αν αυτό επαναλαμβάνεται, η ιστορία μας θα γίνει μια σειρά απωλειών. Δεν είναι απλώς ότι “θα θαφτούν τα αρχαία”. Είναι ότι θα θαφτεί η συνείδηση που διασώζει το παρελθόν. Θα γίνει η απώλεια συνήθεια.
Στην Αθήνα και άλλες μεγάλες πόλεις της Ελλάδας υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις όπου έργα υποδομών (δρόμοι, σταθμοί μετρό, λοιπές κατασκευές) οδήγησαν σε καθυστερήσεις, επανασχεδιασμούς ή και σε απόσπαση κι επανατοποθέτηση αρχαίων, με μεγάλο κόστος ή μόνιμη αλλοίωση.
Πολλές φορές, η “κατάχωση υπό όρους” παρουσιάστηκε ως λύση “εκ των πραγμάτων”, όταν άλλες επιλογές, όπως η ανασκαφή, ανάδειξη in situ, αρχιτεκτονική λύση που ενσωματώνει τα αρχαία, δεν είχαν δυνατότητες να ανταποκριθούν λειτουργικά ή δεν υποστηρίχθηκαν επαρκώς.
Σήμερα είναι ανάγκη να απαιτηθεί πλήρης διαφάνεια για τη μελέτη διευθέτησης των αρχαιοτήτων. Ποια αρχαία ακριβώς θα καταχωθούν, με ποιο τρόπο, ποια υλικά, ποια τεχνική, ποια παρακολούθηση (μελέτη συντήρησης, έλεγχοι μετά από χρόνια).
Να διασφαλιστεί ότι το τμήμα που θα παραμείνει στο φως θα είναι πλήρως προσβάσιμο, με κατάλληλη σήμανση, με εγκατάσταση που να επιτρέπει την εκπαιδευτική χρήση και την ευαισθητοποίηση των πολιτών.
Να εξεταστεί σοβαρά αν υπάρχει εναλλακτική λύση που να διατηρεί μεγαλύτερο μέρος των ευρημάτων in situ, χωρίς συνεχή κάλυψη, π.χ. με διαφανή προστατευτικά, υπόσκαφες διαδρομές, πλατφόρμες πάνω από τα κατάλοιπα.
Να υπάρξει ευρεία συμμετοχή της κοινωνίας (πολίτες, επιστήμονες, φορείς πολιτισμού) ώστε οι αποφάσεις να μην λαμβάνονται ως “τετελεσμένα”, όπως συνηθίζει ο δήμαρχος κύριος Βασιλόπουλος, αλλά να συζητηθούν.
Ο Δήμος Καλαμάτας και η Εφορεία Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας βρίσκονται μπροστά σε μια αμφιλεγόμενη και ανεξήγητη ιστορική πράξη.
Είτε θα γίνουν μεθοδολογικοί συμβιβασμοί που θα αφήσουν υπολειμματική, και γενικά θαμμένη, την ιστορία στη λήθη του χρόνου, είτε θα επιλέξουν να κρατήσουν ζωντανή την πολιτιστική κληρονομιά, εντός της καθημερινής ζωής της πόλης.
Όχι, δεν είναι υπερβολή να αναφερόμαστε στο “μπάζωμα” της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, όταν μια απόφαση σημαίνει το θάψιμο, κυριολεκτικά, ευρημάτων που μαρτυρούν χιλιάδες χρόνια ζωής αυτού του τόπου.
Η ιστορία δεν ζητά άδεια για να ζήσει· εμείς οφείλουμε να της την παρέχουμε.
Μιχαήλ Δ. Αντωνόπουλος
Γεωλόγος – Γεωτεχνικός Περιβάλλοντος M.Sc.
Επιστημονικός σύμβουλος περιβαλλοντικών και τεχνικών έργων
πρ. Αντιπρόεδρος ΓΕΩΤΕΕ Πελ. & Δ. Ελλάδος
Πρόεδρος ΑΣ Καλαμάτας